Ερμηνεία: εξοχή επάνω στα βουνά (παρχάρ')
Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη γιαϊλά
Ιδίωμα: Τσακράκ
Παράδειγμα: Στείλον ατ’ς σην γιαϊλέν να τοπλαεύ’νε τσ̌ιτσ̌έκια.
Ενικός: η γιαϊλέ Πληθυντικός: τα γιαϊλέδες / γιαϊλέδας