Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

φαρφαταριάζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: φαρφαταρά̤ζω Προφορά: φαρφαταρεάζω
  1. 1) ταράσσομαι από συγκίνηση 2) έχω τάση λιποθυμίας Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Έκφραση:
    Φαρφαταριάζ' η καρδία μ' (σπαρταράει από αγωνία η καρδιά μου)

Παρατηρήσεις - Σχόλια