Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

όνερον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: όνερον Προφορά: όνερον
  1. όνειρο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ουσιαστικό ὄνειρον

    Παράδειγμα:
    Η κόρη είδε όνερο ετζ̌είτουν με τον ξένο. (Ιδίωμα: Όφεως)

Παρατηρήσεις - Σχόλια