κουστκούρ (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: κουσ̌τκούρ'
Προφορά: κουστκούρ
-
παρασκεύασμα από την κοπριά των βοειδών σε τεμάχια λεπτά που ξηραίνονταν στον ήλιο και χρησιμοποιούνταν στο κάψιμο με ξύλα, για οικονομία
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης