Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κουπιχτής (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: κουπιχτής Προφορά: κουπιχτής
  1. Μουσουλμάνος στο θρήσκευμα (από την συνήθεια να σκύβει το κεφάλι μέχρι το έδαφος όταν προσεύχεται) Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια