Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αρπάζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: αρπάζω Προφορά: αρπάζω
  1. αρπάζω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Έρπαξεν ατον ο σ̌κύλον. (δαγκάνω)
    2) Εσύ πα αρπάεις. (ύστερα απ’ αυτό που έπαθε, αν τολμήσει ας το ξανακάνει, Ιδίωμα: Σταυρί)

  2. δαγκώνω, κλέβω 1) αντιλαμβάνομαι κάτι γρήγορα 2) επιτίθεμαι σε κάποιον Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Παραδείγματα:
    1) ο σκύλλον π' υλάζ κ' αρπάζ.
    2) Αμάν έρπαξεν ντο είπα.
    3) Έρπαξεν δύο καβούνια κ' επήεν εχάθεν.
    4) Όνταν είπεν κάτ για τον κύρ ατ, αμάν έρπαξεν ατόν ασήν γιακάν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια