Παράδειγμα: Πάει ομάλα̤, πάει ομάλα̤ τ’ ορταρόπα τ’ς αρνομάλλα̤.
Ενικός: αρνομάλλιν / αρνομάλλ' Πληθυντικός: αρνομάλλα̤