Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αρνίκ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: αρνίκ' Προφορά: αρνίκ
  1. το ανθοφόρο στέλεχος των φυτών Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
  2. το στέλεχος του φυτού που βγάζει σπέρματα Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια