Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αρματωσιά (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: αρματωσιά Προφορά: αρματωσιά
  1. όπλα, άρματα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

Παρατηρήσεις - Σχόλια