Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αρματώνω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: αρματώνω Προφορά: αρματώνω
  1. οπλίζω, εξοπλίζω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Κερασούντας, Κοτυώρων, Οινόης, Όφεως, Σαντάς, Τραπεζούντας, Χαλδίας

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Εφοδιάζω με όλα τα αναγκαία όργανα και εξαρτήματα προς κανονική κίνηση και χρήση λόγου χάριν ενός πλοίου.
    2) Περιβάλλω κάποιον με πολυτελή ενδυμασία, ή κοσμήματα.
    3) Εφόρ’νεν αγουρα̤κά λώματα και έτον αρματωμένος. Άν έεις ασ̌κέρ’ αρμάτωσον, αρμάτωσον και στείλον. (οπλίζω, εξοπλίζω)
    4) Το παπόρ έν’ τ’ οσπίτ’ν εμουν σήν χαράν θ’ αρματούται.
    5) Εκεί χαρά ’κί γίνεται και νύφεν 'κ' άρματών’νε. (στολίζω)
    6) Σ’ έναν κάρτον αρμάτωσεν το τραπέζ’. (στρώνω το τραπέζι)
    7) Εκεί εφτάγω γαμοστόλ’ και αρματώνω γάμον. (ετοιμάζω το τραπέζι του γάμου με τα απαραίτητα)

  2. οπλίζω, εφοδιάζω, στολίζω Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια