Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αρκατωκόσκινον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: αρκατωκόσ̌κινον Προφορά: αρκατωκόσκινον
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    κόσκινο με το οποίο καθάριζαν το σιτάρι από το χώμα και τα επιδέξια χέρια χώριζαν και τα φάσ̌α̤.

    Ιδίωμα:
    Τσίτης

Παρατηρήσεις - Σχόλια