Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χερικόν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: χͮερικόν Προφορά: σερικόν
  1. χερικό η πρώτη αγορά ή πώληση Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1) Εποίκεν ατον χͮερικόν. (πρώτος εγόρασεν)
    2) Το χͮερικόν ατ' καλόν έτον.

Παρατηρήσεις - Σχόλια