Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

αρζούβαλος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: αρζούβαλος Προφορά: αρζούβαλος
  1. χονδροειδής, άξεστος, κουτός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
  2. απολίτιστος Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια