χειμωνάπ (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: χͮειμωνάπ'
Προφορά: σειμωνάπ
-
χειμωνάπιδο
ποικιλία απιδιάς που ωριμάζει το χειμώνα
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
αχλάδι σκληρό το φθινόπωρο που συλλέγεται και ωριμάζει το χειμώνα και το δέντρο του
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης