Παραδείγματα:
1) Ο σ̌κύλλον πά' εχͮείμασεν, άμα ντο έσυρεν εκείνος εξέρ'. (διαχειμάζω)
2) Δέβα ψαλάφα το χαλκόν ας ση συννύφ'σα μ', άμα μη χͮειμάεις. (βραδύνω να γυρίσω)
Προέλευση:
από το αρχαίο ρήμα χειμάζω = διαχειμάζω
Παθητική φωνή:
χειμάουμαι = καταλαμβάνομαι από το χειμώνα/περνάω το χειμώνα