Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χέζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: χͮέζω Προφορά: σέζω
  1. αφοδεύω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1)Ας σου 'κ' έκ'σε με ογώ πα έχͮεσα 'τον. (βρίζω)
    2) Οντάν έκ'σεν τα τυφά̤γκια έχͮεσεν αφκάτ' ατ'. (φοβούμαι, τρομάζω)
    3) Είπαν εμε θ' αντρίζομε τη θυαγατέρα σ' κι ογώ πα έχͮεσα αφκάτι μ'. (χαίρομαι πάρα πολύ)

  2. χέζω, αποπατώ Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ρήμα χέζω

    Παθητική φωνή:
    χέσκουμαι = χέζομαι, επείγομαι για αφόδευση

Παρατηρήσεις - Σχόλια