χαψίΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνεία:
1) Σα χαψ̌ία τ' αλυκά.
2) Αρ αοίκα χάλια και χαψία με το κιφάλ'. (έκφραση, λέγεται στο τέλος συζήτησης για υπόθεση που δεν έχει αίσιο πέρας)
Ιδίωμα:
Οινόης
ψάρι (σαρδέλα κυρίως)Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης