Παράδειγμα: Πολλά αργονόιστος έν’ ’κ’ επορείς να γαντουρεύ’ς ατον.
Αρσενικό: Ενικός: αργονόιστος Πληθυντικός: αργονόιστοι
Θηλυκό: Ενικός: αργονόιστος / αργονόιστέσα Πληθυντικός: αργονόιστοι
Ουδέτερο: Ενικός: αργονόιστον Πληθυντικός: αργονόιστα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.