Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αργίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: αργίζω Προφορά: αργίζω
  1. αργοπορώ, βραδύνω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Επιπλέον Ερμηνεία:
    απαγορεύω τον κληρικό να ιερουργεί

    Παραδείγματα:
    Εστεφάνωσεν είναν παράνομον κ’ έργισεν ατον ο Δεσπότ’ς.
    Ντό είχͮες κόρη κι έργιζες, ντό είχͮες κι εργοπόρ’νες;

Παρατηρήσεις - Σχόλια