Προέλευση: από το ουσιαστικό εργάτης
Παράδειγμα: Θερί’ αργάτ’, θερίος αργάτ’ θα σπάζ’νε την κοσσάραν.
Ενικός: αργάτες Πληθυντικός: αργάτοι / αργάτ'