Ερμηνεία: έχω ζήτηση
Προέλευση: τουρκική
Παράδειγμα: Ση σποράς τον καιρόν αρανεύκουνταν τα καρτόλα̤.
Ενεστώτας: αρανεύκουμαι Παρατατικός: ερανεύκουμ'νε Μέλλοντας: θα αρανεύκουμαι Αόριστος: ερανεύτα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.