Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χατίρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: χατίρ' Προφορά: χατίρ
  1. η πραγμάτωση της επιθυμίας κάποιου Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1) Ευτάγω τα χατίρα̤ τ'.
    2) 'Κί χαλάνω το χατίρ'ν ατ'.

  2. ανάμνηση, μνήμη, χάρη, εξυπηρέτηση η εκτίμηση που αισθάνεται κάποιον για κάποιον άλλο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη hatir

    χατίρ(ι)

Παρατηρήσεις - Σχόλια