Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χασίμ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: χασίμ' Προφορά: χασίμ
  1. εχθρός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Ιδίωμα:
    Τσακράκ

    Παράδειγμα:
    Ο εζταχάς άμον ντο είδεν το χασίμ'ν ατ', εστάθεν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια