Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χασίλ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: χασ̌ίλ' Προφορά: χασίλ
  1. κουρκούτι βρασμένο στο οποίο προσθέτουν λίγο λίγο αλεύρι και ανακατώνουν καλά για να πυκνώσει Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνεία:
    1) Εκάεν σο χασ̌ίλ', φυσά και το ξύγαλαν.
    2) Χασ̌ίλα̤ ψέν'. (ροχαλίζει, ειρωνικά, Ιδίωμα: Σταυρί)

    Ιδίωμα:
    Χαλδίας

    Πληθυντικός:
    χασ̌ίλα̤ (τα)
    χασίλα̤ (Σταυρί)

  2. 1) είδος λαπά από κουρκούτι με νερό βραστό 2) είδος δέρματος κατεργασμένου 3) το φρέσκο στάχυ σιταριού ή σίκαλης ή καλαμποκιού Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Σχόλιο:
    Τρωγόταν με βούτυρο ή με γάλα αραιωμένο με νερό (αρμένικο)

Παρατηρήσεις - Σχόλια