Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

Χάρσερα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. Χάρσ̌ερα , 2. Χάρσερα Προφορά: Χάρσερα
  1. 1) ανδρική μονή Αγίου Γεωργίου του Χαλιναρά, συνοικισμός επάνω στο ομώνυμο ποτάμι με 10 ενορίες, 4 ελληνικές. Χάρσ̌ερα με 45 οικογένειες, Τεμιρτσ̌άντων, Διάκονα και Ομάλια και 6 τουρκικές Χατσ̌ιάντων, Καλάντων, Ζεϊνεπέντων, Τσοπαϊλάντων, Γόδονα, Ρωμανάντων και Κιουρταλόγλου 2) χωριό επάνω στον Κάνιν ποταμό 1,5 ώρα από την Αργυρούπολη με 70 οικογένειες Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

Παρατηρήσεις - Σχόλια