Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χάρος (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: χάρος Προφορά: χάρος
  1. χάροντας Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Παλεύ' με το Χάρον. (χαροπαλεύει)
    2) Σάγκι το Χάρο μ' ελέπω. (για ανθρώπους πολύ μισητούς)
    3) Ο Χάρον ενέσπαλε με. (είμαι πολύ γέρος)

  2. χάρος που αφαιρεί την ψυχή του ανθρώπου Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαιοελληνικό χάρων

    Θηλυκή κατάληξη:
    χάραινα

Παρατηρήσεις - Σχόλια