Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χάρισμα (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: χάρισμα Προφορά: χάρισμα
  1. δώρο, βραβείο, προτέρημα το δώρο των καλεσμένων στη νύφη μετά την τελετή Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Το κορίτσ'ν ατουν έχ' πολλά χαρίσματα. (προτέρημα)

  2. δώρο, βραβείο, δωρεάν το δώρο της νύφης από τους καλεσμένους Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια