χάρισμα (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: χάρισμα
Προφορά: χάρισμα
-
δώρο, βραβείο, προτέρημα
το δώρο των καλεσμένων στη νύφη μετά την τελετή
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
δώρο, βραβείο, δωρεάν
το δώρο της νύφης από τους καλεσμένους
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης