Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

άσκεμα [Επίρρημα, Επίθετο]

Προφορά: άσκεμα
  1. 1) πάρα πολύ 2) πολύ σοβαρά 3)απρεπώς τα γεννητικά όργανα του άντρα 4)τα άσχημα στην εμφάνιση Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Επίρρημα:
    τροπικό

    Παράδειγμα:
    Άσκεμα εντώκα.

Παρατηρήσεις - Σχόλια