Προέλευση: τουρκική
Παράδειγμα: Την Κερεκήν που δουλεύ’ την Δευτέραν ’κ’ αρτουρεύ’.
Ενεστώτας: αρτουρεύω Παρατατικός: ερτούρευα / αρτούρευα Μέλλοντας: θα αρτουρεύω Αόριστος: ερτούρεψα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.