φωτιστέρ (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: φωτιστέρ'
Προφορά: φωτιστέρ
-
δύο πανιά, που το ένα κρέμονταν στον λαιμό του νουνού και το άλλο απλώνονταν πάνω στο άλλο, όπου και αφήνει το βρέφος ύστερα από την κατάδυσή του στην κολυμβήθρα
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης