Ενεστώτας: υπερηφανεύκουμαι Παρατατικός: υπερηφανεύκουμουνε / υπερηφανεύκουμ'νε Μέλλοντας: θα υπερηφανεύκουμαι Αόριστος: υπερηφανεύτα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.