Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
αράμ (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: αράμ'
Προφορά: αράμ
ευκαιρία
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Υποκοριστικό:
αραμόπον
Παράδειγμα:
Αράμ’ ’κ’ εδέκε μας.
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Ιδιωματική Εκδοχή
αραμόπον (το)
αραμονή (η)
Γενικά Σχόλια
Ενικός: αράμιν / αράμ'
Πληθυντικός: αράμα̤
Παρατηρήσεις - Σχόλια