Ερμηνεία: κροτίδα που τρέχει πάνω στο έδαφος
Παράδειγμα: Τ’ αραΐς φουσ̌έκια έτρεχαν αφκακέσ’, ελάγκευαν αδά κι ακεί.
Ενικός: αραΐζ φουσέκιν / αραΐζ φουσέκ' Πληθυντικός: αραΐζ φουσέκια