Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μαστορεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: μαστορεύω Προφορά: μαστορεύω
  1. εργάζομαι κατασκευάζω ως μάστορας Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1) Την νύχταν πάει σον μάστοραν την νύχταν μαστορεύει.
    2) Μάστορα, μαστόρεψον, σ̌κύλ κοβόρα̤ σέρεψον. (σατιρικό)

  2. εξασκώ κάποια τέχνη Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Μέση Φωνή:
    μαστορεύκουμαι= επιχειρώ κάτι σαν να είμαι ειδικός μάστορας

Παρατηρήσεις - Σχόλια