Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μαστορείον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: μαστορείον Προφορά: μαστορείον
  1. εργαστήρι (του μάστορα), σιδηρουργείο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Επορπάτεσαν ημ’σόν ώραν, ως να έφτασαν σο μαστορείον.

  2. σιδηρουργείο 1. εργαστήριο χειρωνακτικής εργασίας ιδίως σιδηρουργείο 2. τα σύνεργα της τέχνης Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια