χαραδοξία (η) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: χαραδοξία
Προφορά: χαραδοξία
-
1) χαρά Θεού
2) καλός καιρός
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
1) καιρός καλός
2) καλοκαιρία που προξενεί χαρά
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης