Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χαραδοξία (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: χαραδοξία Προφορά: χαραδοξία
  1. 1) χαρά Θεού 2) καλός καιρός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Ο καιρόν χαραδοξία.

  2. 1) καιρός καλός 2) καλοκαιρία που προξενεί χαρά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια