Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χάρ (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: χάρ' Προφορά: χάρ
  1. δώρα ρουχισμού ή επίπλωσης ή χρήματα που χάριζαν ή τη νύφη ή το γαμπρό ή και τους δύο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    'Κ' είχαν μέρος να βάλ'νε τα χάρτα.

    Πληθυντικός αριθμός:
    χάρτα (Ιδίωμα: Σαντάς)
    χάρα̤ (Ιδίωμα: Αργυρούπολης)
    χάριτα (Ιδίωμα: Κερασούντας)

Παρατηρήσεις - Σχόλια