Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

βαρασιά (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. βα̤ρα̤σιά , 2. βα̤ρα̤σά̤ Προφορά: βεαρεασιά
  1. πίστωση Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παράδειγμα:
    Έκοψεν τη βα̤ρα̤σιάν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια