Ερμηνεία: διαλύω κάτι στα μέρη του
Προέλευση: συνθετικά από την πρόθεση από και την τουρκική λέξη τσ̌ατμάκ
Παράδειγμα: Επετσ̌ά̤τεψεν το σκαφίδ’.
Ενεστώτας: αποτσ̌α̤τεύω Παρατατικός: επετσ̌ά̤τευα Μέλλοντας: θα αποτσ̌α̤τεύω Αόριστος: επετσ̌ά̤τεψα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.