Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αποτσατεύκουμαι [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. αποτσ̌α̤τεύκουμαι , 2. αποτσ̌ατεύκουμαι Προφορά: αποτσατεύκουμαι
  1. εξαντλούμαι από την κούραση Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
  2. ανοίγω διάπλατα τα πόδια μου Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια