Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
1) Επετζίπα̤σα το μακέλλ’. (αφαιρώ το ξυλαράκι που στερέωνε το στελιάρι του εργαλείου)
2) Επετζιπά̤εν και είπεν και είπεν. (αποδέσμευσε τη γλώσσα του)
Προέλευση:
συνθετικά από την πρόθεση από + τζιπίν
Παράγωγο:
αποτζιπίασμαν