Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αποτζιπάζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: αποτζιπά̤ζω Προφορά: αποτζιπεάζω
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Επετζίπα̤σα το μακέλλ’. (αφαιρώ το ξυλαράκι που στερέωνε το στελιάρι του εργαλείου)
    2) Επετζιπά̤εν και είπεν και είπεν. (αποδέσμευσε τη γλώσσα του)

    Προέλευση:
    συνθετικά από την πρόθεση από + τζιπίν

    Παράγωγο:
    αποτζιπίασμαν

Παρατηρήσεις - Σχόλια