Ερμηνεία: μη δεκτός στην συναγωγή, στην ομαδική λατρεία του Θεού
Παράδειγμα: Για τον κλεψίον ατ’ς ο Παπαερδάμ’ς εποίκεν ατεν αποσυνάωγον.
Αρσενικό: Ενικός: αποσυνάωγος Πληθυντικός: αποσυνάωγοι
Θηλυκό: Ενικός: αποσυνάωγος Πληθυντικός: αποσυνάωγοι
Ουδέτερο: Ενικός: αποσυνάωγον Πληθυντικός: αποσυνάωγα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, το λήμμα μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ως ουσιαστικοποιημένο επίθετο.