Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αποστένω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: αποστένω Προφορά: αποστένω
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    κάμνω τον άλλον να αποστέκ’, να κουρασθεί

    Παράδειγμα:
    Κάθαν θεού ημέραν φέρ'νε πέντε, δέκα κιφάλα̤ σο βούδ’ και επέστεσαν ατο.

Παρατηρήσεις - Σχόλια