Ερμηνεία: καθαρίζω κάτι σκατωμένο και γενικά ακάθαρτο
Παράδειγμα: Έπλυσα κι επεσκάτωσα τεν.
Παράγωγο: αποσκάτωμαν
Ενεστώτας: αποσκατώνω Παρατατικός: επεσκάτωνα Μέλλοντας: θα αποσκατώνω Αόριστος: επεσκάτωσα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους,