μασούρα
1) χωριό Μούζαινας με 40 οικογένειες
2) καρπός και φυτό άγριας τριανταφυλλιάς
3) καρποί αγριοτριανταφυλλιάς ζυμωμένοι και πλασμένοι σε δίσκους και που ξεραίνονταν στον ήλιο, ήταν φάρμακο για τις ζοχάδες (μαγιασίρ)
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)