Παράδειγμα: 1) Κι αν επερπίνιξεν ορφανόν τον ύπνον ατ’ εχάσεν. 2) Ο Γιάννες επερπίνιξεν και σο νερόν επήεν.
Ενεστώτας: περπινίζω Παρατατικός: επερπίνιζα Μέλλοντας: θα περπινίζω Αόριστος: επερπίνιξα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.