Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19832 λήμματα

περπινίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: περπινίζω Προφορά: περπινίζω
  1. σηκώνομαι πολύ πρωί Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    1) Κι αν επερπίνιξεν ορφανόν τον ύπνον ατ’ εχάσεν.
    2) Ο Γιάννες επερπίνιξεν και σο νερόν επήεν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια