Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αποπλυμόπον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: αποπλυμόπον Προφορά: αποπλυμόπον
  1. αποφάγια το υπόλοιπον τή πλυμί’ Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1) Τη παιδί’ σ’ τ’ αποπλυμόπα φάισον τα λογοσ̌κυλόπα. (στίχος)
    2) Τη παιδί’ σ’ τ’ αποπλυμόπα δός εσέν κι εμέν κανείνταν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια