Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

απομαχίουμαι [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: απομαχͮίουμαι Προφορά: απομασίουμαι
  1. παύω να τηρώ σιωπή Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα - Επιπλέον Ερμηνεία:
    1) Τα ζά απομαχͮίουνταν. (όταν τα ζώα έβγαιναν την άνοιξη στη βοσκή χοροπηδούσαν, χτυπούσαν από τη χαρά τους)

    Προέλευση:
    από τα συνθετικά από + μάχͮ'

    Ιδίωμα:
    Άδισσας

  2. σταματάω το μάχ Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια