Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

μασκαράς (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: μασκαράς Προφορά: μασκαράς
  1. μασκαράς Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Εγέμ’ (εγενόμην) πολλά μασκαράς γιατού είμαι εφτωχός.

  2. γελοίος, άτιμος, πρόστυχος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη mascara

Παρατηρήσεις - Σχόλια