Ερμηνεία: γίνομαι άχρηστος σαν το κέρατο, πεθαίνω
Παράδειγμα: Ενέμπεσεν ανάσ̌κελα κι εποκεράτωσε.
Ενεστώτας: αποκεραίνω Παρατατικός: επεκέραινα Μέλλοντας: θα αποκεραίνω Αόριστος: επεκέρανα / επεκεράτωσα* / εποκεράτωσα*
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους. Ο τύπος με τον αστερίσκο δίνεται ως παράδειγμα από την πηγή, ωστόσο θεωρητικά είναι δανεισμένος από τον τύπο "αποκερατώνω", ως ιδιωματική εκδοχή.